Πώς ελέγχουμε τη λειτουργική μας κινητικότητα;
Τη λειτουργική κινητικότητα την εκτιμούμε με το test ταχύτητας βάδισης (gait speed). Είναι ένα απλό και γρήγορο test που μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τη λειτουργική κινητικότητα και τη γενική κατάσταση της υγείας του ατόμου.
Μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε την ικανότητα του ατόμου να εκτελεί καθημερινές δραστηριότητες και να ζει χωρίς να εξαρτάται από άλλους. Είναι επίσης ένας πολύ ισχυρός προγνωστικός δείκτης του κινδύνου πτώσεων, της ανάγκης για νοσηλεία, της αναπηρίας, της γνωστικής έκπτωσης και της θνητότητας.
Πρόκειται για ένα test που χρησιμοποιείται ευρέως στην κλινική πράξη, τόσο στη γηριατρική φροντίδα όσο και σε κέντρα αποκατάστασης, για την αναγνώριση της ευθραυστότητας των ηλικιωμένων, της σαρκοπενίας και του κινδύνου πτώσεων.
Πώς γίνεται το test;
Η ταχύτητα βάδισης υπολογίζεται διαιρώντας την απόσταση που διάνυσε το άτομο (m) με τον χρόνο που απαιτήθηκε (sec):
Ταχύτητα βάδισης = Απόσταση / Χρόνος
Η απόσταση που επιλέγεται είναι μικρή, συνήθως 4, 5 ή 10 μέτρα, σε επίπεδη επιφάνεια. Το άτομο καλείται να περπατήσει με άνετο ή με τον συνήθη ρυθμό βάδισής του.
Πώς αξιολογούνται τα αποτελέσματα;
- Ταχύτητα μεγαλύτερη από 1.0 – 1.2 m/sec θεωρείται ενδεικτική υψηλής ή φυσιολογικής λειτουργικότητας.
- Ταχύτητες μεταξύ 0.8 – 1.2 m/sec αντιστοιχούν σε άτομα με επαρκή λειτουργική κινητικότητα και δυνατότητα ανεξάρτητης μετακίνησης.
- Ταχύτητες μικρότερες από 0.8 m/sec υποδεικνύουν ευθραυστότητα και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων και χρήζουν περαιτέρω κλινικής αξιολόγησης.
- Ταχύτητες μικρότερες από 0.7 m/sec αποτελούν συχνά προγνωστικό δείκτη επιπλοκών και αυξημένης νοσηρότητας.
Ποιος το κάνει;
Το test, αν και φαίνεται απλό, είναι καλύτερο να πραγματοποιείται από επαγγελματία υγείας — όπως φυσίατρο, παθολόγο ή πνευμονολόγο — ο οποίος μπορεί να ερμηνεύσει σωστά τα αποτελέσματα και να δώσει τις κατάλληλες κατευθύνσεις.
Μετρώντας την ταχύτητα βάδισης εκτιμούμε όχι μόνο τη λειτουργική κινητικότητα του ατόμου, αλλά και τη γενική κατάσταση της υγείας του.
Άτομα με ταχύτητα βάδισης μεγαλύτερη από 1.0 – 1.2 m/sec είναι συνήθως ικανά να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις και να διατηρούν τη λειτουργική τους ανεξαρτησία.
Αντίθετα, ταχύτητες μικρότερες από 0.8 m/sec υποδεικνύουν ευθραυστότητα και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων.
Το gait speed θεωρείται ένας πολύ ισχυρός προγνωστικός δείκτης κινδύνου πτώσεων, ανάγκης για νοσηλεία, αναπηρίας, γνωστικής έκπτωσης και θνητότητας.
Για σωστή αξιολόγηση και ασφαλή ερμηνεία των αποτελεσμάτων, είναι σημαντικό να πραγματοποιείται με τη βοήθεια επαγγελματία υγείας.
Χρήσιμα συμπεράσματα
Μετρώντας την ταχύτητα βάδισης εκτιμούμε όχι μόνο τη λειτουργική κινητικότητα του ατόμου, αλλά και τη γενική κατάσταση της υγείας του.
Άτομα με ταχύτητα βάδισης μεγαλύτερη από 1.0 – 1.2 m/sec είναι συνήθως ικανά να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις και να διατηρούν τη λειτουργική τους ανεξαρτησία.
Αντίθετα, ταχύτητες μικρότερες από 0.8 m/sec υποδεικνύουν ευθραυστότητα και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων.
Το gait speed θεωρείται ένας πολύ ισχυρός προγνωστικός δείκτης κινδύνου πτώσεων, ανάγκης για νοσηλεία, αναπηρίας, γνωστικής έκπτωσης και θνητότητας.
Για σωστή αξιολόγηση και ασφαλή ερμηνεία των αποτελεσμάτων, είναι σημαντικό να πραγματοποιείται με τη βοήθεια επαγγελματία υγείας.

